διγωνία

δι-γωνία, ,
A angle half-way between cardinal points, Adam. ap. Aët.3.163.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διγωνία — διγωνία, η (Α) η γωνία την οποία σχηματίζουν υποθετικές γραμμές που ξεκινούν από τα κύρια σημεία τού ορίζοντα …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.